Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ανάσα

Σα μια μεγάλη πλατεία
η πόλη από ψηλά
Ακατανίκητη η επιθυμία μου
να την τραβήξω και να απελευθερώσω γη

Πως θα ´ταν άραγε να περπατάς με γυμνά πόδια
πάνω στην τόση ανομοιομορφία;
Μια αιχμηρή αίσθηση με διαπερνά

Μοιάζει ακίνητη, στατική
η πόλη
αλλά ανασαίνει ένα ανεπαίσθητο βουητό

Μέσα της
κινούνται άνθρωποι.

Στέκομαι αμίλητη
Σαν εξόριστη από το σπίτι που μεγάλωσα

Δέχομαι την εσωτερική δύναμη
που προσφέρει πάντοτε η απόσταση
Και ανταποδίδω το ονειροπόλημα μου

Χρόνος που κυλά <<έξω από το χρόνο>>

Σκέψεις 
που παρασύρονται με τον άνεμο
Λιώνουν στη σιωπή

Έρωτας που δεν ανήκει πια
παρά στους θορύβους της πόλης

Η απόσταση απαλύνει

Απαρνούμαι την εσωστρέφεια
Είμαι δυνατή κι είμαι ελέυθερη
Να δημιουργήσω τον κόσμο μου
Να αναγεννηθώ, να αλλάξω δέρμα
από την αρχή 
κι όσες φορές το έχω ανάγκη

Κι όταν επιστρέψω και ξαναγίνω μέρος του συνόλου
Θέλω να θυμάμαι να αναπνέω 
όπως τώρα...

Στο βάθος του ορίζοντα δυο καραβάκια στη θάλασσα.
Το ύστατο άκρο του κάδρου.




Στροφή
















Στα μάτια σου φως
Σε τυφλώνει
Θες να αποτραβηχτείς
Δεν αντέχεις τη λάμψη του

Εγώ σε κρατώ γερά
Βιώνω την αντιστασή σου
Μα συνεχίζω να στρέφω το φως μου προς εσένα
Επιλογή μου η σκιά
Μη τυχόν δεις τις ατέλειες του δικού μου προσώπου
Μην αντιληφθέις τις προσδοκίες των μορφασμών του

Ξάφνου αντιδράς
Η έλξη σε τραβά κοντά μου
Και αψηφάς το φως
Μια στιγμιαία αναλαμπή
Τόσο βίαια όμορφη

Κλέινεις τα δικά μου βλέφαρα
Αγγίζεις το χέρι μου
Και το κινέις σε στροφή

Η φωνή σου κι η αφή σου
αρκούν
Αφήνομαι στα δαχτυλά σου να μ'οδηγήσουν
Αυτή τη φορά δε θα πέσω...

Ζαλίζομαι
η αποστασή μεγαλώνει
Δε σε ακούω, δε σε νιώθω
Κι η πτώση με βρίσκει 
στο φως

Δεν έπρεπε να εμπιστευθώ τα τρεμάμενα χέρια σου.