Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2016

Τι φέρνει νοσταλγία στο πρόσωπό σου;
μήπως οι θάλασσες υγραίνουν τα μάτια σου,
η ομορφιά;
γιατί το αναμμένο φεγγάρι σε ξυπνά τις νύχτες;

ας μη μιλάς
τα χέρια σου δε με αφήνουν να φύγω
έχουν το θάρρος να παλεύουν
ως το τέλος

και επιστρέφω πάντα

ό,τι έλειπε εδόθη
σαν σε μαγική συμφωνία
υπήρξες
σαν σε μαγική συμφωνία
υπήρξα

και όταν στη σκιά μου γύρεις 
γλυκό ύπνο να γευθείς
εγώ θα είμαι εδώ.



Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Τραγουδάκι

Είσαι ένα αγαπησιάρικο τραγουδάκι
φυσάς αλλοπαρμένο ανάμεσα στα χέρια μου
τρέχεις ρυθμικό πάνω στα χνάρια μου

Ξεκαρδίζομαι όταν σε φέρνω στα χείλη μου
πετάω τη σκούφια μου από χαρά
Κρύβεις τον μικρό εαυτό μου
και τον κρατάς σφιχτά ώσπου να μεγαλώσει
και μεγαλώνει και μεγαλώνει...
Και να,
μεγάλωσε τόσο που άρχισε κι αυτός να τραγουδά!

Σύνδεση

Τα λόγια σβηστά
η ποίηση δε χωρά τόση προσμονή
και η ζωή δεν τρέχει έως εκείνον

Μα αν ακούει-έστω από μακριά
από το εφαλτήριο σημείο της απόστασης
το πιστό μου απωθημένο στην ανάμνηση
να αλλάζει πεπρωμένο

Αν ακουμπά τον έρωτα,
όπως η ουσία του κάποτε το πρόσωπό μου

Κι αν πονά σαν τεχνίτης
της διάφανης ύλης που μας ενώνει

Δεν θα πρεπε να αμφιβάλλω
ότι ο τόσος κόπος
κάπου χρησιμεύει.





Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Φουαγιέ

Αχνά φωτισμένη ατμόσφαιρα
και μπροστά μου η σκάλα προς τον εξώστη
καθισμένη στο κόκκινο παγκάκι
εισπνέω αυτάρεσκα μωβ και κόκκινο χρώμα
γύρω μου αρτιστίκ φωτογραφίες του θιάσου

φαίνεται αστείο
αλλά κάπου μεταξύ φαντασίας και ουτοπικής πεποίθησης
περιμένω να φανεί ο σκηνοθέτης
ο οποίος
τριγυρνώντας στους διαδρόμους καπνίζοντας,
λίγο πριν δώσει τις τελευταίες οδηγίες στους φιλόδοξους ακολούθους του,

με βλέπει και μου προτείνει να τα παρατήσω όλα και να γίνω ηθοποιός. Παιδικό απωθημένο, μυθοπλαστική διαφυγή;
Μια σκέψη έκανα. Ποιος ξέρει!



Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Αντρέ Ζιντ για Όσκαρ Ουάιλντ (In memoriam)

[...]Οσοι πλησίασαν τόν Ούάιλντ, μόνο κατά τά τελευταία χρόνια τής ζωής του, δέ μπορούν καλά νά φανταστούν, έπειτα άπ’ τό ερειπωμένο κι έξασθενημένο πλάσμα, πού μας άπέδωκεν ή φυλακή, τό θαυμαστό εκείνο πλάσμα, πού υπήρξε στις άρχές. Τόν συνάντησα πρώτη φορά, τό 91. Ό Ούάιλντ είχε, τότε, εκείνο πού ο Τακκεραίη αποκαλεί «τό κυριότερο χάρισμα τών μεγάλων άνδρών»: τήν επιτυχία. Οι κινήσεις του, τό βλέμμα του, θριάμβευαν. 'Η επιτυχία του ήταν τόσο βέβαιη, ώστε φαινόταν σά νά του προπορευόταν, κι διότι ό Ούάιλντ δέν είχε παρά, άπλώς, νά προχωρεί ξοπίσω της. Τά βιβλία του κατέπλησσαν, γοήτευαν. Τά θεατρικά του έργα έκαναν ολο τό Λονδίνο νά τρέχει νά τά βλέπει. Ήταν πλούσιος, ήταν μεγάλος, ήταν ωραίος· γιομάτος εύτυχίες καί τιμές. Κάμποσοι τόν παρομοίαζαν μέ Βάκχον άσιατικό, άλλοι μέ Ρωμαίο αύτοκράτορα κι άλλοι μέ τόν ίδιο τόν ’Απόλλωνα, — καί τό βέβαιον ήταν πώς άκτινοβολουσε. 

Στό Παρίσι, μόλις ήρθε, τ’ ονομά του έτρεξε άπό στόμα σέ στόμα διηγούντο, γι’ αύτόν, μερικά έξωφρενικά άνέκδοτα: ό Ούάιλντ δέν ήταν, άκόμα, παρά εκείνος πού κάπνιζε σιγαρέτα μέ χρυσό έπιστόμιο, καί πού περιδιάβαζε στούς δρόμους μ’ ενα άνθος ηλιοτροπίου στό χέρι. Γιατί, έπιδέξιος στό νά ξεγελάει δλους αύτούς πού φκιάνουν τήν κοσμική δόξα, ό Ούάιλντ κατάφερε νά δημιουργήσει, έμπρός άπό τ’ άληθινό του πρόσωπο, ενα φάντασμα διασκεδαστικό, μέ τό όποιον έπαιζε πανέξυπνα. 

’Άκουσα νά μιλούν γι’ αύτόν, στό σπίτι του Μαλλαρμέ: τόν παράσταιναν σάν ένα λαμπρόν ομιλητή, έναν «causeur», καί πόθησα πολύ νά τόν γνωρίσω, χωρίς πολλές ελπίδες καί νά τό κατορθώσω. Μιά καλή σύμπτωση, ή μάλλον κάποιος φίλος μ’ εξυπηρέτησε, πού του είχα εκφράσει τήν έπιθυμία μου. Κάλεσαν σέ δείπνο τόν Ούάιλντ. Του τό παρέθεσαν σ’ ένα εστιατόριο. ’Ήμαστε τέσσερις άλλά ό Ούάιλντ μόνο μίλησε. 

Ό Ούάιλντ δέ συζητούσε: διηγόταν. Σχεδόν καθ’ όλη τή διάρκεια του γεύματος, δέ σταμάτησε άπ’ τό νά διηγείται. Διηγόταν ήρεμα καί άργά άκόμα κι ή φωνή του ήταν θαυμαστή. ’Ήξερε περίφημα τά γαλλικά, δμως έκανε σά νά γυρεύει κάπως τίς λέξεις, έτσι ώστε νά κάνει τούς άλλους νά τις περιμένουν. Δεν ειχε σχεδόν τόνον ορισμένο, ή τουλάχιστον, κρατούσε μόνον άπ’ αύτόν ό,τι του άρεσε, καί πού έδινε, μ’ αύτό, στις λέξεις, κάποτε, μιά καινούργιαν οψη καί παράδοξη. 

Πρόφερε, έξαφνα, επίτηδες, (σκεπτισίσμ), άντί του «σεπτισίσμ» (σκεπτικισμός)... Οί διηγήσεις πού μάς ειπεν άτελεύτητα, τή βραδιάν εκείνη, ήταν συγκεχυμένες, κι οχι άπό τίς καλύτερές του· ό Ούάιλντ, άβέβαιος, άκόμα, γιά τίς ίκανότητές μας, μάς δοκίμαζε. ’Απ’ τή σοφία του, ή ’ίσως άπ’ τήν τρέλα του, δεν έδινε ποτέ, παρά ό,τι πίστευε πώς θά μπορούσε νά γευθεί ό άκροατής του' πρόσφερε στόν καθένα, κατά τήν όρεξή του, τό φαγητό πού νόμιζε πώς ταίριαζε σ’ αύτόν εκείνοι πού δέν περίμεναν τίποτε, δέν έπαιρναν καί τίποτε, ή μάλλον λίγον έλαφρότατον άφρό κι επειδή καταγινόταν στό νά διασκεδάζει, προπαντός, τούς άλλους, πολλοί άπό εκείνους πού πίστεψαν διότι τόν γνώρισαν, δέ γνώρισαν παρά τό «διασκεδαστή», άπλώς, καί τίποτ’ άλλο. 

"Οταν τελείωσε τό γεΰμα, βγήκαμε. Οί δυό μου φίλοι βάδιζαν μαζί, ό Ούάιλντ μέ πήρε κατά μέρος: —Άκοΰτε μέ τά μάτια, μου λέει: αρκετά άπότομα καί νά γιατί θά σας διηγηθώ αυτή τήν ιστορία: 

"Οταν ό Νάρκισσος σκοτώθηκε, τ άνθη των άγρών ήταν απελπισμένα, καί ζήτησαν άπό τόν ποταμό, στάλες νερού, γιά νά τόν κλάψουν.
 —”Ω, τούς άπάντησεν ό ποταμός, κι αν όλες οί στάλες των νερών μου ήταν δάκρυα, δέ θά έφταναν, ούτε σέ μένα, γιά νά κλάψω αρκετά τό Νάρκισσο: τόν αγαπούσα. —”Ω, ξαναείπαν τ’ άνθη τών άγρών, καί πώς νά μην τόν λάτρευες, τό Νάρκισσο; -Ήταν ωραίος. — Μά ήτανε, πραγματικά, ωραίος; είπε τό ποτάμι. — Καί ποιός θά τό ’ξερε καλύτερα, αυτό από σέ τόν ίδιον; Κάθε μέρα στην όχθη σου γερμένος, καθρέφτιζε τήν ομορφιά του, μέσα στά νερά σου... Ό Ούάιλντ σταματούσε, τότε, λίγο ... 
’Άν τόν αγαπούσα, άποκρίθηκε ό ποταμός, ήταν επειδή, κάθε φορά πού έγερνε στην όχθη μου, έβλεπα τό καθρέφτισμα τών ίδιων μου νερών, μέσα στά μάτια του. Κι ό ’Όσκαρ Ούάιλντ, φουσκώνοντας μ’ ενα παράξενο ξέσπασμα γέλιου, πρόσθετε: Αυτό επιγράφεται: (ό Μαθητής). 

Είχαμε φτάσει πιά μπροστά στήν πόρτα του, καί τόν άφήσαμε. Μέ κάλεσε νά πάω νά τόν ξαναδώ. Εκείνη τή χρονιά, καθώς καί τήν επόμενη, τόν ειδα σέ πολλές μεριές, σχεδόν παντού, συχνά.

Μπροστά στούς άλλους, τό ξανάπα ήδη, ο Ούάιλντ έδειχνε μιά προσωπίδα ψεύτικη κι επίσημη, κανωμένη γιά νά καταπλήσσει, νά διασκεδάζει, καί, πολλές φορές, νά εκνευρίζει. Δέν άκουγε ποτέ, καί νιαζόταν λίγο γιά τίς σκέψεις, πού δέν ήτανε δικές του. Μόλις έπαυε νά λάμπει, αύτός μόνος, τότε αμέσως εξαφανιζόταν. Καί πιά δέν τόν ξανάβρισκε κανένας, παρά μοναχά σάν τύχαινε ν’ άντα- μώσουν μόνοι. ’Αλλά, μόλις έμεναν μονάχοι, ευθύς άμέσως άρχιζε: 

 — Τί κάματε από τά χθες; Κι έπειδή, τότε, ή ζωή μου έτρεχε γαλήνια, κανονικά, χωρίς άλλα τραντάγματα, ή άφήγησή της δέ μπορούσε νά παρουσιάσει κανένα ιδιαίτερο καί ξεχωριστό ενδιαφέρον. Επαναλάμβανα, πειθήνια, τιποτένια μικρογεγονότα, βλέποντας, ένώ μιλούσα, τό μέτωπο του Ούάιλντ νά σκοτεινιάζει. 
— Πραγματικά, αυτά μονάχα κάματε; 
— Ναί, του άποκρινόμουν. 
— Κι αυτά πού λέτε, είν’ αληθινά; 
— Ναί, εντελώς άληθινά. 
— Αλλα, τότε, ποιος ο λόγος να τα λέτε;  Το βλέπετε καλά: αυτό δεν έχει κανένα, εντελώς, ενδιαφέρον. 
— Πρέπει νά καταλάβετε, πώς υπάρχουν δυό κόσμοι: εκείνος πού υπάρχει, δίχως νά τόν αναφέρουμε’ τόν ονομάζουν κόσμο πραγματικό, γιατί δέν είναι ανάγκη νά μιλούμε γι αυτόν, γιά νά τόν βλέπουμε. 'Ο άλλος, είναι ό κόσμος τής τέχνης εκείνος, γιά τόν όποιον πρέπει νά μιλούμε, γιατί, χωρίς αυτό, δέ θά υπήρχε. 

Ηταν, κάποτε, ένας άνθρωπος, πού τόν αγαπούσαν, στο χωριό του, γιατί διηγόταν ίστορίες. Κάθε πρωί έφευγε άπ τό χωριό καί κάθε πού γύριζε τό βράδυ, οί εργάτες του χωριού, πού είχαν κοπιάσει όλη την ήμερα, μαζεβόντουσαν τριγύρω του καί του ’λεγαν: ’Εμπρός! Διηγήσου μας: Τί είδες σήμερα; 

Κι εκείνος διηγόταν: Είδα, μέσα στό δάσος, ένα φαύνο, πού παίζε φλογέρα, κι έκανε νά χορεύουν, γύρω τον, σέ κύκλο, αιγιπάνες μικρούληδες τον δάσους.

 — Διηγήσον μας άκόμα: σάν τί είδες; έλεγαν οί άνθρωποι. 
— Μόλις έφτασα στην ακρογιαλιά, είδα τρεις σειρήνες, στην άκρη των κυμάτων, πού χτένιζαν, μ ’ ένα χρυσό χτένι τά πράσινα μαλλιά τους. 
— Κι οί άνθρωποι τόν αγαπούσαν, γιατί τούς διηγόταν ιστορίες. Κι ένα πρωί, έφυγε πάλι, καθώς ταχτικά, απ’ τό χωριό του, άλλά μόλις έφτασε στην ακρογιαλιά, νά πού βλέπει, ξάφνου, τρεις σειρήνες, τρεις σειρήνες, στην άκρη των κυμάτων, πού χτένιζαν, μ’ ένα χρυσό χτένι, τά πράσινα μαλλιά τους. Κι έξακολουθώντας τό δρόμο του, πιό πέρα, είδε καθώς έφτασε στό δάσος, ένα φαύνο, πού έπαίζε φλογέρα, σ’ ένα κύκλο άπό αιγιπάνες... 

Κι εκείνη τη βραδιά, γνρνώντας στό χωριό, όταν τόν ρώτησαν, όπως τόν ρωτούσαν κάθε βράδυ: ’Εμπρός! Διηγήσου μας: Τί είδες; Άποκρίθηκε: 
— Σήμερα, τί νά πω, δέν είδα τίποτα. 'Ο Ούάιλντ σταματούσε λίγο, άφηνε νά κατέβει καλά, μέσα μου, ή έντύπωση αυτής τής ιστορίας, κι έξακολουθουσε: Δέν αγαπώ τά χείλη σας είναι ίσια, σάν κάποιον πού δέν είπε ποτέ ψέματα. Θέλω νά σας μάθω τό πώς νά λέτε ψέματα, έτσι ώστε τά χείλη σας νά γίνουν όμορφα, καί συνεσπασμένα, όπως μιας αρχαίας προσωπίδας. Ξέρετε τί είν’ αυτό που ξεχωρίζει ενα έργο τέχνης, από ένα εργο φυσικό; Ξέρετε που θά βρείτε τη διαφορά τους; Γιατί, τελοσπάντων, τό άνθος του ναρκίσσου είναι ωραίο, όσο κι ένα έργο τέχνης, — κι εκείνο πού τά ξεχωρίζει, δέ μπορει νά ’ναι ασφαλώς, η ομορφιά. Ξέρετε τί τά διακρίνει, μεταξύ τους; —Ότι, τό έργο τέχνης είναι, πάντα, ένα καί μοναδικό. 'Η φύση, πού δέν κάνει τίποτε βιώσιμο, επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον, έτσι ώστε τίποτε, άπ όσα αυτή κάνει, νά μη χαθεί οριστικά καί τελειωτικά. Υπάρχουν πλήθος άνθη του ναρκίσσου νά γιατί, καθένα άπ’ αυτά μπορεί νά ζήσει μόνο μιάν ημέρα. Καί κάθε φορά, πού ή φύση εφευρίσκει ένα νέο σχήμα, αμέσως καί τό επαναλαμβάνει. 'Ένα θαλάσσιο τέρας ξέρει πώς, σέ κάποιαν άλλη θάλασσα, υπάρχει ένα άλλο θαλάσσιο τέρας, όμοιό του. Οταν ό θεός έπλασε ένα Βοργία η ένα Ναπολέοντα, μέσα στην ιστορία, έβαλε δίπλα τους, άμέσως, κι άλλον έναν. Τί σημαίνει άν δέν τόν γνωρίσαμε. Τό σημαντικό είναι, ο ένας απ’ αυτούς νά επιτύχει γιατί ό θεός εφευρίσκει καί δημιουργεί τόν άνθρωπο, κι ό άνθρωπος εφευρίσκει καί δημιουργεί τό έργο τέχνης. Ναι, ξέρω... κάποια μέρα έγινε μιά μεγάλη ταραχή στή γη, σάν ή φύση νά έπρόκειτο νά δημιουργήσει κάτι τό μοναδικό, κάτι τό πραγματικά μοναδικό.[...]