Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Τα δώρα της Σελήνης- Σαρλ Μπωτλαίρ






















ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
(Η Μελαγχολία του Παρισιού)

Η Σελήνη, πού είναι η παραξενιά η ίδια, κοίταξε από το παράθυρο την ώρα πού κοιμόσουν στην κούνια σου και είπε στον εαυτό της : "Αυτό το παιδί μ' αρέσει".
Και κατέβηκε με μαλακές κινήσεις τη συννεφένια σκάλα της και πέρασε αθόρυβα ανάμεσα απ' τα τζάμια. Έπειτα απλώθηκε πάνω σου με την απαλή τρυφερότητα μιας μητέρας και απόθεσε τα χρώματά της πάνω στο πρόσωπό σου. Οι κόρες των ματιών σου έμειναν πράσινες, και τα μάγουλά σου ασυνήθιστα χλωμά. Κοιτάζοντας με θαυμασμό αύτη την επισκέπτρια τα μάτια σου μεγάλωσαν τόσο παράξενα και σου έσφιξε τόσο τρυφερά το στήθος, πού σου 'μείνε για πάντα η επιθυμία για δάκρυα.
Ωστόσο, μέσα στο ξέσπασμα της χαράς της, η Σελήνη γέμιζε όλο το δωμάτιο σα μια φωσφορική ατμόσφαιρα, σαν ένα λαμπερό ψάρι- και όλο αυτό το ζωντανό φώς σκεπτόταν και έλεγε : "Θα υποστείς αιώνια την επιρροή του φιλιού μου. Θα 'σαι όμορφη με το δικό μου τρόπο. Θα αγαπήσεις αυτό πού αγαπώ και αυτό πού μ' αγαπά : το νερό, τα σύννεφα, τη σιωπή και τη νύχτα, την απέραντη και πράσινη θάλασσα· το άμορφο και χιλιόμορφο νερό· τον τόπο όπου δε θα πάς· τον εραστή πού δε θα γνωρίσεις· τα τερατόμορφα λουλούδια· τα αρώματα πού φέρνουν παραλήρημα· τις γάτες πού λιγώνονται πάνω στα πιάνα και πού βογκούν σα γυναίκες, με μια βραχνή Κάι γλυκιά φωνή!
"Και θα αγαπηθείς από τούς εραστές μου, θα θαυμαστείς από τούς θαυμαστές μου. Θα είσαι η βασίλισσα των άνθρωπο πού 'χουν πράσινα μάτια, πού τούς έσφιξα κι αυτών το στήθος μέσ' στα νυχτερινά χάδια μου- αυτών πού αγαπούν τη θάλασσα, την απέραντη, ταραγμένη και πράσινη θάλασσα, το άμορφο και χιλιόμορφο νερό, των τόπο πού δεν βρίσκονται, τη γυναίκα πού δεν ξέρουν, τα σκυθρωπά λουλούδια πού μοιάζουν με λιβανιστήρια μιας άγνωστης θρησκείας, τα αρώματα πού παραλύουν τη θέληση, και τα άγρια και ηδονικά ζώα πού είναι τα σύμβολα της τρέλας τους".
Γι' αυτό, καταραμένο αγαπημένο χαϊδεμένο παιδί, είμαι τώρα ξαπλωμένος στα πόδια σου, ψάχνοντας σ' όλο σου το πρόσωπο την αντανάκλαση της φοβερής Θεότητας, της νονάς που σημαδεύει τη μοίρα, της τροφού όλων των φεγγαροπαρμένων.