Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Γυάλινος κόσμος

Η φυλακή της ένα γυάλινο κουτί

απροσπέλαστα τα δρώμενα έξω από τους διάφανους τοίχους
κούκλα ακινητοποιημένη τεντώνει τα πορσελάνινα άκρα της
με προσδοκία να ζήσει το εξωτερικό οφθαλμοφανές παρόν


στροβιλίζεται στην αέναη σφαίρα του χάους
κυνηγώντας μια ταυτότητα για να σπάσει τα άθραυστα δεσμά της
 
μάταια κρούσματα οι ανασηκωμοί του κορμιού της
η άλκιμη όψη του πάλλεται να κρατηθεί ζωντανή

ασυλλόγιστα σχήματα οι κραυγές του μυαλού της
αναζητούν μια μειλίχια πρόβλεψη

Στο πρίσμα της γυάλινης σύγχυσης
η όψη χάνει την αξιοπιστία της
και η ασφυξία αγριεύει κάθε πρωτογενές αίσθημα


Ποίος θα σπάσει πρώτος;

Το γυαλί ή η πορσελάνη;
                                           

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

για μια θάλασσα

Θα περιμένω να με λούσει το φως
από των ματιών σου τις πύρινες σπίθες


Θα αποκαλυφθώ στην κρύπτη του μέλλοντος μας
λίγο αφού
το παρελθόν θρυμματιστεί,
λίγο αφού
η παρουσία σου
σπάσει τις αλησμόνητες μοναξιές
και αναβλύσει ανοιξιάτικες ελπίδες

Σε μια εικονική διάσταση του νου
στέκομαι ήδη στην αιχμή του βράχου

χαιρετίζω τα κύμματα της αγάπης,
που όμοια της δεν έχω νιώσει ξανά,
αυτής που ζητώ να βρω

συνήθιζα να επιπλέω
τώρα θέλω να βουλιάξω

να γίνω ένα με  το νερό, ένα με την άμμο, ένα με τα αστέρια
αυτά που θα καθρεφτίζονται στις κόρες των ματιών μου
όταν θα σε κοιτώ

βλέπω ήδη την παράδοση να εκτυλίσσεται
με αίσιο τέλος

παράδοση ψυχής
        
    χωρίς δισταγμούς 
                 χωρίς άσκοπες σκέψεις
                                    χωρίς γιατί και αλλά
                                              
συνήθιζα να επιπλέω
τώρα θέλω να βουλιάξω

μόνο στη θάλασσα σου.

                                           


                                                





Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Χωρίς απάντηση

Συνήθιζε να γράφει τις στιγμές του

τώρα
διαβάζει τις σκοτεινές πτυχές ενός ονείρου
που γράφτηκε από μία αόρατη δίνη
με ζωντανά δάκρυα

το υποκείμενο πονά
κατηγορούμενο και πάλι
το αντικείμενο σύστοιχο του παραλόγου
οι προθέσεις αγνοούνται
οι λέξεις μπερδεύονται και αλλάζουν μορφή
μεγενθύνονται, παρερμηνεύονται
Τελείες-ανάσες σωτήριες και υστερα
Κεφαλαία η θλίψη επιστρέφει
δίχως νόημα
δίχως συνοχή
δίχως συνεκτικότητα


Και αναρωτιέται
που κρύφτηκε το <<είναι>> του
τη στιγμή που ένιωσε να το κρατά σφιχτά
έτοιμος να το απογειώσει

Γιατί βυθίστηκε στο σκοτάδι μιας ιδέας
που παραλληρεί εμμονικά αντιθέσεις

όταν χωμένος σε ψευδαισθήσεις
αφήνει την αλήθεια να τον προσπεράσει
και την υποψία να τον φθείρει

,φοβάμαι,

ανεπανόρθωτά;


Η υπομονή εξαντλείται
σε ατέρμονα και άσκοπα διλήμματα
κι αν είναι υπαρκτά;

ο πόνος φωλιάζει στα δευτερόλεπτα
γίνεται
ένα με το σώμα
ένα με τη ψυχή

αποκτά πρόσωπο
αποξενώνει και απομονώνει

η σκέψη πληγώνεται εσωτερικά
και
η ματιά πληγώνει ότι αγάπησε

Πότε θα γράψει ξανά μια νέα σελίδα;

Σε ένα ολόφωτο σύμπαν γιατί να χάνει τη δυναμή του ό,τι θα μπορούσε να λάμψει;;



Η απάντηση θα γραφτεί  μόνο από εκείνον.







<<Θα 'ρθει ο καιρός που θα σπάσω την πόρτα
κι καρδιά μου στο φως θα χιμήξει

Θα φύγω μακριά
θα πετάξω ψηλά
θα πετάω σ' ασύλληπτα ύψη>>